True.gr

Ο κτηνίατρος Παναγιώτης Παπαϊωάννου έγινε ιεραπόστολος στη Μαδαγασκάρη για να προσφέρει αγάπη…

Ο πολυπράγμων ιερέας, κτηνίατρος και συγγραφέας μιλάει στο LiFO.gr για τη φιλοζωία, την πίστη, τη φιλανθρωπία, την απόφασή του να χειροτονηθεί ιεραπόστολος στα 63 του χρόνια αλλά και τη ζωή στην Αφρική…

Την ημέρα της συνέντευξης με τον Παναγιώτη Παπαϊωάννου στο οικογενειακό κτηνιατρείο, το στενό στο οποίο βρίσκεται, ήταν απροσπέλαστο λόγω οδικών έργων και είχε μετατραπεί σε χωματόδρομο. Με τον φωτογράφο, αναγκαστήκαμε να κάνουμε παράκαμψη και να καλύψουμε μία μεγάλη απόσταση με τα πόδια προκειμένου να φτάσουμε στην είσοδο.

Το νεοκλασικό του 1952 που στεγάζει το παλαιότερο, ίσως, κτηνιατρείο του κέντρου της πόλης, βρίσκεται μερικά μόνο μέτρα πίσω από το αστυνομικό τμήμα των Εξαρχείων στην Καλλιδρομίου και αναμφίβολα η ατμόσφαιρα του θυμίζει κάτι από την παλιά Αθήνα. Ακριβέστερα, σε κάνει να νιώθεις ότι μπήκες σε μουσείο.

Ο κ. Παπαϊωάννου (και ιερέας πλέον) μας υποδέχεται χαμογελαστός. Και το χαμόγελο αυτό δεν φεύγει από τα χείλη του ούτε για μια στιγμή όση ώρα διαρκεί η συζήτησή μας. Είτε μας μιλά για τη θλιβερή πραγματικότητα που αντίκρισε στη Μαδαγασκάρη, είτε για τη φιλοζωική πραγματικότητα στην Ελλάδα.

Στα 63 του, μετά από ένα τάμα που έκανε λόγω ενός οικογενειακού ζητήματος υγείας, χειροτονήθηκε ιεραπόστολος και έφτασε μέχρι την αφρικανική χώρα, σπεύδοντας να συνδράμει στους φιλανθρωπικούς σκοπούς της εκεί Μητρόπολης.

Η βρωμιά που αντίκριζα παντού γύρω μου τις πρώτες μέρες ήταν απερίγραπτη, ωστόσο ο Μητροπολίτης μου έλεγε ότι αυτή ήταν μια πεντακαθαρή εκδοχή της πόλης, αφού μετά τα Χριστούγεννα και την επέλαση της πανούκλας απολυμάνθηκε απ’ άκρη σ’ άκρη

Πώς όμως πήρε μια τόσο μεγάλη απόφαση; Ο ίδιος παραδέχεται ότι δεν ήταν εύκολο και κάνει λόγο για οριστικό και τετελεσμένο γεγονός.

«Έτυχε να γεννήσει η κόρη μου πρόωρα δίδυμα, 6 μηνών, οι γιατροί μας έλεγαν ότι τα παιδιά δεν θα ζήσουν, κι αν ζήσουν θα έχουν χιλιάδες προβλήματα, από το να μην μιλούν μέχρι το να μην περπατούν. Όμως, επειδή βρισκόμουν κοντά στην Εκκλησία, και έπειτα από πολλές προσευχές, τον αριθμό των οποίων ούτε που θυμάμαι, αποφάσισα να κάνω τάμα. Όσο κι αν αυτό ακούγεται γραφικό, η δύναμη της προσευχής είναι ανεξέλεγκτη και εξαιρετική. Δεν μπορείς να την υπολογίσεις. Όταν μάλιστα προσεύχεσαι πιστεύοντας πραγματικά, αυτή η δύναμή της πολλαπλασιάζεται και μετατρέπεται σε κινητήρια».

Από τη στιγμή εκείνη, εξηγεί, σφηνώθηκε στο μυαλό του η ιδέα. «Είπα ότι αν τα παιδιά ζήσουν, θα πρέπει να ασχοληθώ με τα Θεία. Σκέφτηκα ότι αν μου την κάνει αυτή τη χάρη ο Θεός, να είναι δηλαδή τα εγγόνια μου γερά, θα δώσω ό,τι μπορώ σε ενέργεια και σε δυνάμεις, σε ψυχική δύναμη αλλά και οικονομικά, ώστε να βοηθήσω την Εκκλησία».


Όσο κι αν αυτό ακούγεται γραφικό, η δύναμη της προσευχής είναι ανεξέλεγκτη και εξαιρετική. Δεν μπορείς να την υπολογίσεις. Όταν μάλιστα την κάνεις πιστεύοντας πραγματικά, αυτή η δύναμή της πολλαπλασιάζεται και μετατρέπεται σε κινητήρια. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFOΔείτε το

Όσο κι αν αυτό ακούγεται γραφικό, η δύναμη της προσευχής είναι ανεξέλεγκτη και εξαιρετική. Δεν μπορείς να την υπολογίσεις. Όταν μάλιστα την κάνεις πιστεύοντας πραγματικά, αυτή η δύναμή της πολλαπλασιάζεται και μετατρέπεται σε κινητήρια. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

Τον ρωτάω αν είχε σκεφτεί ποτέ στο παρελθόν να γίνει ιεραπόστολος. Μου εξομολογήθηκε ότι από μικρός ζήλευε όλους αυτούς που συμμετείχαν σε ιεραποστολές, αλλά δείλιαζε.

«Πάντα τρελαινόμουν για την κτηνιατρική, και τώρα ακόμα είμαι ενεργός, αλλά να που έφτασα στα 63 μου και έγινα ιεραπόστολος. Με εκστασίαζε το γεγονός της ιεραποστολής. Δεν μπορούσα να φανταστώ πώς αυτοί οι άνθρωποι αφήνουν τη ζωή τους και αφιερώνονται σε ένα σκοπό: να μεταδώσουν την πίστη σε μία θρησκεία, αλλά ουσιαστικά, όμως, γνώση, βοήθεια, γράμματα, και βασικά αγαθά. Δεν είναι λίγο πράγμα να ταΐζεις ανθρώπους που δεν έχουν γευτεί ποτέ τους καθαρό νερό και φαγητό».

Όπως μου εξηγεί, η Μαδαγασκάρη επελέγη τυχαία σαν προορισμός. «Βρέθηκα με τον σεβασμιότατο Μητροπολίτη Ιγνάτιο, ο οποίος είναι μια εξαιρετική περίπτωση ανθρώπου και επισκόπου. Αντιμετωπίζει ακόμη και τα δυσκολότερα ζητήματα με χαμόγελο. Αυτός λοιπόν άκουσε την ιστορία μου και μου είπε ότι θα με χρίσει ιεραπόστολο εκεί, αναθέτοντάς μου συγκεκριμένα καθήκοντα. Έγινα ιερέας τον περασμένο Νοέμβριο, και πήγα για πρώτη φορά την πρωτοχρονιά που μας πέρασε παραμένοντας 25 ημέρες. Σχεδιάζω να ταξιδέψω πάλι εκεί τον Ιούνιο».

Τι κάνει, όμως, ένας ιεραπόστολος στη Μαδαγασκάρη; Όπως λέει, στα καθήκοντά του περιλαμβάνεται και το να λειτουργεί κανονικά σε κάποιους από τους 120 ναούς.

«Στο πρώτο μου ταξίδι έκανα λειτουργία στα Θεοφάνια. Ωστόσο, δεν υπάρχει συγκεκριμένη σύμβαση ή συνεννόηση, ο καθένας βοηθά εθελοντικά όπως μπορεί και όσο αντέχει. Εννοείται ότι δεν αμείβομαι και μάλιστα βάζω χρήματα και από την τσέπη μου σε αυτή την ιστορία. Προσωπικά, βοηθώ μεταξύ άλλων και στην τακτοποίηση του φαρμακείου, αλλά και στην φροντίδα και την επιστασία κάποιων από τους ναούς».

Περιγράφει τις συνθήκες που βιώνει εκεί. Μου μιλά για μια βρώμικη πόλη στην οποία όλοι περπατούν ξυπόλητοι.

«Τα μαγαζιά, τα κρεοπωλεία για παράδειγμα, είναι γεμάτα έντομα. Στους δρόμους πουλάνε παντού ένα έδεσμα παραδοσιακό, ένα είδος λουκουμά γεμιστού με μπανάνα, το οποίο πωλείται μέσα από δοχεία γεμάτα με μύγες.

Η μετακίνησή μας γίνεται αυστηρά με τζιπ, αφού οι δρόμοι δεν είναι προσπελάσιμοι με απλό αυτοκίνητο, σχεδόν ούτε για τους ξυπόλητους πεζούς. Τον Ιανουάριο ήταν και η εποχή των μουσώνων, οπότε δυσκολευόμασταν στη μεταφορά, ενώ δεν αποφύγαμε ούτε τους κυκλώνες».


Στο πρώτο μου ταξίδι στη Μαδαγασκάρη έκανα λειτουργία τα Θεοφάνια. Ωστόσο, δεν υπάρχει συγκεκριμένη σύμβαση ή συνεννόηση, ο καθένας βοηθά εθελοντικά όπως μπορεί και όσο αντέχει. Εννοείται ότι δεν αμείβομαι, αλλά ξοδεύω και ο ίδιος σε αυτή την ιστορία. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

«Η βρωμιά που αντίκριζα παντού γύρω μου τις πρώτες μέρες ήταν απερίγραπτη, ωστόσο ο Μητροπολίτης μου έλεγε ότι αυτή ήταν μια πεντακαθαρή εκδοχή της πόλης, αφού μετά τα Χριστούγεννα και την επέλαση της πανούκλας απολυμάνθηκε απ’ άκρη σ’ άκρη», θυμάται.

Ο πατέρας Παναγιώτης επιμένει, όμως, ότι δεν νιώθει καθόλου κούραση. «Σε αποζημιώνει αυτό που κάνεις. Βλέπεις την ευγνωμοσύνη που καθρεφτίζεται στα μάτια των ανθρώπων εκεί».

Συναναστρέφεται και συζητά με τα παιδιά που βοηθά, και αυτό τον συναρπάζει, γεγονός που φαίνεται και στις αφηγήσεις του.

Μου μιλά για ένα παιδί 11 ετών που του ζήτησε να του χαρίσει το κινητό του, εντυπωσιασμένο από τη συσκευή. «Αυτό όμως που με συγκλόνισε, ήταν ένα μικρότερο παιδάκι, το οποίο μου είχε αγκαλιάσει τα πόδια και δεν με άφηνε να φύγω».

Η τρυφερή πράξη αυτού του παιδιού ήταν που τον ενέπνευσε και όταν γύρισε στην Ελλάδα ζήτησε την ευλογία του Μητροπολίτη για να συστήσει στην Αθήνα τον σύλλογο Φίλων Ιεραποστολής Μαδαγασκάρης, «Άγιος Ζωτικός ο ορφανοτρόφος», ο οποίος μετρά μερικές μόνο εβδομάδες ζωής.

Όπως λέει, στη Μαδαγασκάρη, το προσδόκιμο ζωής για ένα στα τέσσερα παιδιά δεν ξεπερνάει τα 2,5 χρόνια ζωής εξαιτίας της πείνας και των ασθενειών.

«Οι άνθρωποι εκεί εκστασιάζονται, βλέπουν το ράσο και σου σφίγγουν το χέρι. Όμως, παρά τα όσα περνούν, είναι μέσα στο χαμόγελο, δεν θα τους ακούσεις να νευριάζουν ποτέ, είναι πανευτυχείς μέσα στη μιζέρια τους. Εμείς που τα έχουμε (αναλογικά) όλα, εδώ «τρωγόμαστε» με τον ίδιο μας τον εαυτό. Με τα ίδια μας τα νύχια γδέρνουμε το δέρμα μας» λέει, πάντα χαμογελώντας.

Στην επισκοπή κάθε πρωί έμπαιναν 600 με 700 παιδιά από 2 έως 15 ετών για να πάρουν το πρωινό τους, το οποίο είναι γάλα και δύο μπισκότα για το καθένα, προσφορά της Μητρόπολης.

«Εξ όσων γνωρίζω για πολλά από αυτά τα παιδιά ήταν και το μοναδικό γεύμα της ημέρας. Για να γίνει κατανοητή η διαφορά των οικονομικών μεγεθών, να υπογραμμίσουμε ότι με ένα μόνο ευρώ καλύπτεται εκεί μηνιαίως το πρωινό (γάλα και δύο μπισκότα) για ένα παιδί. Με ένα ευρώ την ημέρα καλύπτεται και ο μισθός ενός δασκάλου».


Στη Μαδαγασκάρη, ένα στα τέσσερα παιδιά δεν ξεπερνάει τα 2,5 χρόνια ζωής εξαιτίας της πείνας και της αρρώστιας.

Επανερχόμενος στα του νεοσύστατου συλλόγου του στην Ελλάδα, αναφέρεται στο εντυπωσιακό της ανταπόκρισης του κόσμου, που θέλει να βοηθήσει.

«Παρότι είναι αρχή ακόμη, υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον από τον κόσμο. Φυσικά δεν λείπουν και οι ειρωνικές συμπεριφορές για το έργο μας, επειδή, εν μέσω οικονομικής κρίσης, θέλουμε να μαζέψουμε χρήματα και να τα στείλουμε στο εξωτερικό».

«Με την εγγραφή κάποιου στο σύλλογό μας, που κοστίζει €12, εξασφαλίζεται το πρωινό ενός έτους για ένα παιδί. Προσωπικά, θεωρώ το ποσό ευτελές όταν είναι για έναν τέτοιο σκοπό.

Πρώτος στόχος μας, είναι να μαζευτούν €12.000, ούτως ώστε να βοηθηθούν περισσότερα παιδιά απ’ όσα είναι σε θέση να φροντίζει η Μητρόπολη. Ιδανικά, θα θέλαμε να φτάσουμε τον αριθμό των δικαιούχων παιδιών στα 1.000, αλλά και να μπορέσουμε να εξυπηρετήσουμε και άλλες βασικές ανάγκες του ορφανοτροφείου».

Σε ότι αφορά τον εδώ ρόλο του, αυτόν του κτηνιάτρου, είναι σαφής: Εκεί τον ξεχνά. «Δεν ασχολούμαι με τα ζώα, αν και έμαθα ότι υπάρχουν ζώα συντροφιάς τα οποία έχουν, φυσικά, την πολυτέλεια να φιλοξενούν οι εύποροι κάτοικοι της Μαδαγασκάρης».

Ο πολυπράγμων επιστήμονας Παναγιώτης Παπαϊωάννου μετράει πλέον 40 χρόνια πορείας στην κτηνιατρική.

Η παράδοση δε, συνεχίζεται από τα παιδιά του, Κατερίνα και Γιώργο, που έχουν ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο.

Η οικογένεια πλέον διατηρεί τρία κτηνιατρεία, ένα νοσοκομείο, αλλά και ένα ξενοδοχείο ζώων. «Πάντα έχω χρόνο και για κάτι άλλο. Είμαι σε ηλικία σύνταξης, αλλά δεν θέλω να σταματήσω. Ούτε εδώ, ούτε στη Μαδαγασκάρη» λέει γελώντας.


«Ο κτηνίατρος έχει ψυχαναλυτικό ρόλο, και γι’ αυτό οι περισσότεροι δεν αλλάζουν εύκολα κτηνίατρο. Ανοίγονται πολλοί από τους πελάτες κατά τη διάρκεια της επίσκεψης με το ζώο τους». Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

Για του λόγου του αληθές μου διαβάζει ένα απόσπασμα από το βιογραφικό του όπως τυπώθηκε στο δεύτερο μυθιστόρημά του με τίτλο «Στην υγειά σου, αγάπη μου», που κυκλοφόρησε το 2002.

«Γελάω με τους σοβαροφανείς, με αυτούς που πλήττουν, και με τη φράση «όμως ο χρόνος μας είναι περιορισμένος, δεν μπορούμε να κάνουμε πράγματα»».

Μου αποκαλύπτει ότι αυτή την περίοδο γράφει το νέο του βιβλίο με τίτλο «Στον καναπέ του κτηνιάτρου», που όπως λέει είναι ένα μωσαϊκό ιστοριών από τους κατά καιρούς πελάτες του.

«Ο κτηνίατρος έχει ψυχαναλυτικό ρόλο και γι’ αυτό οι περισσότεροι δεν πάνε εύκολα σε άλλον. Υπάρχουν πολλοί που τους αρέσει να ανοίγονται, να μιλούν για τη ζωή τους όταν φέρνουν το ζώο τους.».

Με αυτό το βιβλίο, ωστόσο, θα κλείσει τον συγγραφικό του κύκλο, αφού θέλει να γράφει πλέον κείμενα που αφορούν στα Θεία, σε όσα βιώνει με την ιεραποστολή, αλλά και όσα εισπράττει από την εμπειρία του αυτή.

Δεν αντέχω να μην τον ρωτήσω αν κάποιοι από τους επώνυμους, επιφανείς πολιτικούς ή καλλιτέχνες πελάτες του, είναι δύστροποι και περισσότερο απαιτητικοί. «Ότι πάρεις θα δώσεις. Αυτό το ξεχωριστό που υποτίθεται ότι τους χαρακτηρίζει, όταν υπάρχει, είναι γιατί το δημιουργούμε εμείς. Εμένα με χαρακτηρίζει μια αμεσότητα και έτσι εισπράττω συνήθως το αντίστοιχο. Αν και υπάρχουν, σαφώς, οι συμπάθειες και οι αντιπάθειες εκατέρωθεν».

Τον ρωτώ αν κατά τη γνώμη του και με βάση την εμπειρία του μπορούμε ουσιαστικά να θεωρηθούμε φιλόζωοι ως λαός.

«Κοίτα, τα ζώα είναι συναισθηματική ανάγκη. Όταν υπάρχει συναισθηματικό κενό, στο καλύπτει το ζώο. Και τώρα, εν μέσω κρίσης τα ζώα έχουν αυξηθεί. Μπορεί κανείς να το καταλάβει, αν δει ότι υπάρχουν αυτή τη στιγμή, στην Αθήνα μόνο, γύρω στα 700 κτηνιατρεία σε λειτουργία».

«Οι Έλληνες αγαπάνε τα ζώα. Στη Γαλλία, για παράδειγμα, αν σπεύσεις να πιάσεις ένα αδέσποτο θα τρέξει φοβισμένο. Εκεί τα ζώα συλλέγονται από ειδικά οχήματα και συχνά τους γίνεται ευθανασία, βάσει νόμου. Στην Ελλάδα δεν θα γίνει ποτέ αυτό. Εδώ έχουμε μεν τις υπερβολές και τα λάθη μας (στα πάντα σε αυτή τη χώρα), αλλά η απάντηση είναι πώς ναι, είμαστε λαός ζωόφιλων».


Ο πατέρας Παναγιώτης επιμένει όμως ότι δεν βιώνει εκεί καμία κούραση. «Σε αποζημιώνει αυτό που κάνεις και μόνο, όπως καθρεφτίζεται στα μάτια των ανθρώπων εκεί».

Θέλω να εκμαιεύσω τη θέση του με αφορμή το πολυσυζητημένο νομοσχέδιο που προ εβδομάδων κατατέθηκε και τελικά αποσύρθηκε, και με το οποίο περιοριζόταν η δράση των φιλοζωικών οργανώσεων. Θεωρεί ότι, ίσως, τελικά είχε μια λογική όλο αυτό με την περιορισμό τους.

«Τι νόημα έχει να μαντρώνεις τα ζώα όταν δεν έχεις την κατάλληλη υποδομή; Όση διάθεση και να έχουν, δεδομένου ότι κάποια σωματεία είναι πολύ αξιόλογα, το αποτέλεσμα δεν είναι πάντα το πρέπον», εξηγεί.

«Εμείς, για παράδειγμα, είχαμε συνεργασία για τη φιλοξενία και την περίθαλψη των αδέσποτων του Δήμου Αθηναίων, την περίοδο 2004-2012. Αυτό το πρόγραμμα δούλεψε ιδανικά, μέχρι να διαπιστώσω ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, οπότε σταμάτησε η συνεργασία. Κατόπιν, μεταφέρθηκαν σε άλλο χώρο, χωρίς φροντίδα, και κατέληξαν να φαγωθούν μεταξύ τους. Χρειάζεται μεγάλη προσοχή και ειδικό σχεδιασμό ένα τέτοιου είδους εγχείρημα».

Προς το κλείσιμο της συνέντευξής μας του θέτω το δίλημμα πολλών, ανάμεσα στο να υιοθετήσουν κάποιο αδέσποτο ζώο είτε να αγοράσουν κάποιο ράτσας. Η απάντησή του έρχεται χωρίς δεύτερη σκέψη.

«Ότι κι αν επιλέξει κανείς τη στιγμή εκείνη πρέπει να είναι κατόπιν ώριμου σκέψεως, ώστε το ζώο να μην καταλήξει στο δρόμο. Σκέψου ότι είναι σαν να έχει ένα παιδί με κάπως χαμηλή νοημοσύνη.

Ακόμη, πρέπει κανείς να σκέφτεται ότι ο σκύλος ή η γάτα θα του προσφέρει συναισθηματικά πολλά, αλλά θα του τα πάρει πίσω πολύ γρήγορα. Δεν θα ζήσει για πάντα».

Πριν φύγω τον ρωτάω τι ήταν αυτό που τον έσπρωξε στην ιεραποστολή, πέρα από το τάμα.

«Ήθελα να προσφέρω αγάπη. Αυτή την αγάπη που έλαβα από μικρός από τον κόσμο, από την ίδια τη ζωή, ήθελα κάπου να την επιστρέψω».

Τον αποχαιρέτησα και με ξεπροβόδισε με το ίδιο εκείνο χαμόγελο που είχε όταν μας υποδέχτηκε. Απ’ έξω, αντίκρισα τον χωματόδρομο, αλλά πριν αγανακτήσω που έπρεπε να κάνω κύκλους, η σκεψη των ξυπόλητων παιδιών της Μαδαγασκάρης με επανέφερε στην τάξη.

ΠΗΓΗ lifo

Διαβάστε περισσότερα
Αφήστε το σχόλιο σας:
Viralman.gr