True.gr

Η Εθνική Αλήθεια για την Μακεδονία μας…

Tο άρθρο αυτό συντάχθηκε και δημοσιεύεται για να ενημερωθούν όλοι πατριώτες για τους κινδύνους που απειλούν την Μακεδονία μας, για το πόσο πολύ τα ξένα τσακάλια επιβουλεύονται την εδαφική μας επικράτεια, για το με ποια μέσα και με ποιους τρόπους προωθούν τα προδοτικά τους σχέδια αλλά και για να πληροφορηθούν οι αναγνώστες του Ε.Κ. με πόσο ηρωισμό και με τεράστιες προσωπικές θυσίες κρατήθηκε ζωντανή η μάχη για την Μακεδονία μας, μέχρι και σήμερα, 25 ολόκληρα χρόνια μετά την πρώτη αναζωπύρωση του Σκοπιανού ζητήματος. Για να θυμούνται οι παλαιότεροι και το κυριότερο για να μαθαίνουν οι νεότεροι.

Ποιοι και γιατί συγκρότησαν την πλαστογραφημένη ψευτομακεδονία
Στον γεωγραφικό χώρο της Μίας και Αιώνια Ελληνικής Μακεδονίας πολλές εθνότητες κατά καιρούς συγκρούστηκαν με πάθος για την κυριαρχία. Ιδιαίτερα κατά την περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας οι συγκρούσεις αρχικά μεταξύ των μουσουλμανικών και των χριστιανικών πληθυσμών και εν συνεχεία μετά τις πρώτες εθνικές αφυπνίσεις μεταξύ των ελληνικών και των βουλγαρικών στοιχείων υπήρξαν αιματηρές κατά την περίοδο των αρχών του 20ου αιώνα, οπότε για πρώτη φορά τα βουλγαρικά κομιτάτα θεώρησαν ότι όλη η Μακεδονία θα έπρεπε να συμπεριληφθεί ενός των ορίων του Βουλγαρικού Κράτους, με την δικαιολογία ότι οι Βουλγαρίζοντες στο φρόνημα και την γλώσσα πληθυσμοί, αποτελούσαν την πλειοψηφία, μην αναγνωρίζοντας σαφέστατα την ύπαρξη κάποιας ιδιαίτερης μακεδονικής γλώσσας ή εθνότητας. Για αυτόν τον λόγο άλλωστε και μετά την πρώτη συγκρότησή τους, τα κομιτάτα προέβησαν σε επίσημες διακηρύξεις και προχώρησαν σε πολεμική ανάφλεξη και στην πρώτη μεγάλη εξέγερση του Ίλιντεν όπου διακήρυξαν την απόφασή τους για ένωση των εδαφών αυτών με την Βουλγαρία.
Κατόπιν των Βαλκανικών Πολέμων και της νίκης των ελληνικών όπλων, κατά την διάρκεια του μεσοπολέμου, η πολιτική των Βουλγαριζόντων κομιτάτων μεταβλήθηκε αναγκαστικά και στράφηκε στην ανάδειξη μίας υποτιθέμενης ιδιαίτερης Μακεδονικής Εθνότητας, η οποία δήθεν διαβιούσε κατακερματισμένη εντός των ελληνικών συνόρων, ενώ από τα ελληνικά πολιτικά κόμματα, μόνον το Κ.Κ.Ε. αναγνώριζε την υποτιθέμενη καταπιεζόμενη μακεδονική εθνότητα.
Αναλυτικά μάλιστα, η κυριότερη από τις οργανώσεις αυτές, η Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση Ε.Μ.Ε.Ο. λειτουργούσε και επεσήμανε κατά την διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και της τριπλής κατοχής (Γερμανικής – Ιταλικής – Βουλγαρικής) ελληνικών εδαφών, ότι:
«Επίσης, ούτε θέμα ελληνικών πληθυσμών υπάρχει στην Μακεδονία του Βαρδάρη. Αντιθέτως, στην Μακεδονία του Αιγαίου, υπάρχει αρκετό σλαβικό στοιχείο. Στην Μακεδονία του Αιγαίου το 10% του πληθυσμού είναι σλαβικό. Αλλά σε ορισμένες περιοχές όπως η Πέλλα, η Φλώρινα και η Καστοριά, το σλαβικό στοιχείο φτάνει το 60%. Γι’ αυτό ζητήθηκε από το ΚΚΕ συνεργασία πάνω σε αυτό το θέμα. Το ΚΚΕ ήταν στην αρχή διστακτικό και αρνήθηκε να συζητήσει, φοβούμενο την αντίδραση του ελληνικού πληθυσμού της Μακεδονίας. Ο μακεδονικός λαός, παρουσίαζε πλειονότητα στην Καστοριά, στην Φλώρινα και στην Πέλλα περιοχή που ήταν σχετικά μικρή, σε σχέση με αυτήν που κατοικείται από Μακεδόνες στην Μακεδονία του Πιρίν (Βουλγαρία). Με αυτόν τον τρόπο, το θέμα αλλαγής των συνόρων με την Ελλάδα αφέθηκε για αργότερα αναμένοντας την νίκη του ΚΚΕ .
Κατά την διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και ακριβώς επειδή η Βουλγαρική κυβέρνηση – τότε όπως και τώρα – δεν δεχόταν την ύπαρξη οιασδήποτε μακεδονικής εθνότητας, οι αλυτρωτικές φερόμενες ψευτομακεδονικές οργανώσεις είχαν μεταφέρει την έδρα και την δράση τους στην Σερβική επαρχία του Βαρδάρη (Vardaska) στην σημερινή περιοχή των Σκοπίων και ενισχυμένες από τις προσχωρήσεις των πρώτων Γιουγκοσλάβων κομμουνιστών του Τίτο, με πρωτοστάτη το δεξί χέρι του αρχικουμμουνιστή Τίτο τον ερυθρό οπλαρχηγό και σφαγέα Τέμπο, τόνιζαν στα κηρύγματά τους,
«Ο Μακεδονικός λαός δεν γνώρισε την ελευθερία του και τα δικαιώματά του στην Ελλάδα και στην Βουλγαρία. Στην Γιουγκοσλαβία όμως, απέκτησε δικό του κράτος, ισότιμο με όλα τα άλλα κράτη της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας. Έθεσε όμως τις βάσεις για μελλοντική απελευθέρωση των αδελφών του. Η Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας έγινε πυρήνας και προϋπόθεση για την ελευθερία και την ένωση της Μακεδονίας στο εγγύς ή στο απώτερο μέλλον».

Η ίδρυση της ψευτομακεδονίας
Αμέσως μετά την αποχώρηση των στρατευμάτων του Άξονα από την Νότια Γιουγκοσλαβία, οι Κομμουνιστικές Δυνάμεις του Τίτο, εκμεταλλευόμενες το δημιουργηθέν κενό εξουσίας, ίδρυσαν πραξικοπηματικά στην περιοχή της σερβικής επαρχίας του Βαρδάρη, την «Δημοκρατία της Μακεδονίας» προωθώντας – και εν τοις πράγμασι – τις επεκτατικές βλέψεις του Γιουγκοσλαβικού Κομμουνιστικού Κόμματος σε βάρος της Ελλάδας στην περιοχή και εξυπηρετώντας την πάγια πολιτική της εδαφικής εξόδου στο Αιγαίο με την κατάκτηση των ελληνικών εδαφών της Μακεδονίας. Η ίδρυση της ψευτομακεδονίας έγινε με επισημότητα και με ομιλία του Τίτο στην κεντρική πλατεία των Σκοπίων, όπου το λυσσασμένο πλήθος των Σλάβων Κομιτατζήδων ούρλιαζε, και το αληθές περιεχόμενο της οποίας (σε κύριο απόσπασμα), έχει ως κατωτέρω:

«Τίτο. Οπλα έχετε Λαός. Εχουμεε !!!

Τίτο. Θέλετε να πολεμήσετε για την ελευθερία σας… Λαός. Θέλουμε !!!

Τίτο. Εφόσον το θέλετε, δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείτε. Δεν θα αδιαφορήσουμε για την τύχη των αδελφών μας, Μακεδόνων του Αιγαίου

Το ΚΚΕ ως κόμμα εγκλήματος και προδοσίας. Η στάση του Κ.Κ.Ε. απέναντι στα γεγονότα κατά τον μεσοπόλεμο και κατά τον συμμοριτοπόλεμο.
Πάντοτε το ΚΚΕ έπαιξε ένα ύπουλο και προδοτικό ρόλο στο «Μακεδονικό». Το όλο ζήτημα γεννήθηκε για πρώτη φορά τον Μάιο του 1921. Ο αρχηγός της Βουλγαρικής Αντιπροσωπείας στο συνέδριο της κομμουνιστικής Τρίτης Διεθνούς που έγινε στην Μόσχα ο Κολάρωφ μίλησε στον αρχηγό της Ελληνικής κομμουνιστικής αντιπροσωπείας που πάντοτε υποστήριζε με ζήλο την απόλυτη πειθαρχία στην Κομιντέρν.
Η επιχειρηματολογία του Κολάρωφ ήταν η ακόλουθη. Αν υποστηριζόταν η δημιουργία μιας ανεξάρτητης Μακεδονίας, το ΚΚ Βουλγαρίας θα γινόταν ξαφνικά σημαντικό και θα κέρδιζε τις ψήφους των Μακεδόνων της Βουλγαρίας που είχαν καταφύγει πρόσφυγες. Από το άλλο μέρος το ΚΚΕ αραιά στελεχομένο στην Μακεδονία θα κέρδιζε τις ψήφους των μειονοτικών και όλων εκείνων που προτιμούσαν μία ανεξάρτητη Μακεδονία. Τέλος εάν ήταν αδύνατον να δημιουργηθεί η ανεξάρτητη Μακεδονία ο κομμουνισμός θα ενέγραφε από τότε μία υποθήκη για αυτό το νέο κράτος.
Η πολιτική του Κ.Κ. Βουλγαρίας ήταν στην πραγματικότητα η πολιτική της Κομιντέρν. Τελικά στο συνέδριο της Κομιντέρν το 1924 το ΚΚΕ συμμορφώθηκε απόλυτα με τις εντολές του παγκόσμιου κομμουνισμού. Με τα ακόλουθα λόγια:
«Όσο διαρκούν η διαίρεση και η καταπίεση της Μακεδονίας και της Θράκης αδυνατούμε να αποφύγουμε έναν ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Για αυτό και αγωνιζόμαστε για την ενοποίηση και την ανεξαρτησία των τριών τμημάτων της Μακεδονίας και της Θράκης».
Το ΚΚΕ δεσμευόταν σαφώς και οριστικώς. Η απόφαση ήταν οριστική, υποχρεωτική και καμία διαφωνία δεν επιτρεπόταν.

Το ΚΚΕ έδειξε μεγάλο σεβασμό στις αποφάσεις Τίτο – Κομιντέρν παρά το αίσθημα του Ελληνικού Πληθυσμού της Μακεδονίας. Επέτρεψε κατά την περίοδο 1943- 1949 στα εδάφη που έλεγχε να κυκλοφορήσουν μακεδονικές εφημερίδες, να γίνει Μακεδονική Σημαία, να παιανίζει μακεδονικός ύμνος και να δημιουργηθεί ανεξάρτητη μακεδονική μεραρχία εντός των ελληνικών συνόρων .
Τόσο πολύ προοδευτικές ιδέες είχε μάλιστα το Κ.Κ.Ε. ώστε αναγνώρισε στους Μακεδόνες το δικαίωμα να αποσπάσουν από την Ελλάδα την Μακεδονία και να δημιουργήσουν ανεξάρτητο κράτος . Ειδικότερα επισημαίνουμε ότι κατά τους τελευταίους μήνες του συμμοριτοπολέμου και λίγο πριν την συντριβή του το Κ.Κ.Ε. θέλησε να εξοφλήσει τα πολιτικά του γραμμάτια προς τους προστάτες του. Δια της πασίγνωστης απόφασης της 5ης Ολομέλειας του Κ.Κ.Ε. (30-31 Ιανουαρίου 1949) προς το τέλος της απόφασης περιελήφθη και η ακόλουθη φράση:
«Στην Βόρεια Ελλάδα ο μακεδονικός (Σλαβομακεδονικός) λαός τα έδωσε όλα για τον αγώνα. Δεν πρέπει να υπάρχει καμία αμφιβολία ότι, ως αποτέλεσμα της νίκης του Δ.Σ.Ε. και της Λαϊκής Επανάστασης, ο μακεδονικός λαός θα βρει την πλήρη εθνική του αποκατάσταση του, έτσι όπως το θέλει ο ίδιος, προσφέροντας σήμερα το αίμα του για να την αποκτήσει».
Και επίσης με ειδικό ψήφισμά της, η Κεντρική Επιτροπή του Κ. Κ. Ε. στις Πρέσπες στις 30 και 31 Ιανουαρίου του 1949 διατράνωσε:
«Αποτέλεσμα της νίκης του Δημοκρατικού Στρατού θα είναι να βρει ο μακεδονικός λαός πλέρια εθνική αποκατάσταση, όπως την θέλει ο ίδιος».
Στο τέλος της κομμουνιστικής ανταρσίας, το 1949, ανασχηματίσθηκε η λεγόμενη κυβέρνηση του βουνού και με την νέα της σύνθεση χαρακτηρίσθηκε και δικαίως ως Ελληνοβουλγαρική Κυβέρνηση. Αναλυτικότερα, την 30η Μαρτίου του 1949, η τελευταία Προεδρία της Κυβέρνηση του Βουνού ανετέθη στον Παρτσαλίδη άλλοτε γενικό Γραμματέα του ΕΑΜ και έναν εκ των παλαιότερων μελών του Κ.Κ.Ε. Στην νέα αυτή κυβέρνηση συμμετείχαν πέραν των Ελλήνων και τρεις Βούλγαροι οι οποίοι κατ’ απαίτηση της Σόφιας κατελάμβαναν θέσεις πρώτης γραμμής. Ο Πασκάλ Μιτρόφκσκυ, Πρόεδρο του ΝΟΦ, (στρατιωτικού βραχίονα των κατά φαντασία δήθεν «Σλαβομακεδόνων» ο οποίος ανελάμβανε ο Υπουργείο Επισιτισμού, ο Στάβρο Γκότσεφ επίσης του ΝΟΦ οριζόταν Διευθυντής Μειονοτήτων στο Υπουργείο Εσωτερικών και ο Βαγγέλη Κότσιεφ γινόταν τακτικό μέλος του Ανώτατου Πολεμικού Συμβουλίου. Επρόκειτο περί απαίτησης της Σόφιας προκειμένου να εξασφαλισθεί η βοήθεια της Βουλγαρίας. Επρόκειτο παράλληλα περί πολιτικού διασυρμού του Κ.Κ.Ε. το οποίο και επισήμως πλέον ελάμβανε και δικαίως την συνολική εικόνα και τον πολιτικό χαρακτηρισμό των ΕΑΜΟΒΟΥΛΓΑΡΩΝ.

Η πολιτική καταδίκη των Εαμοβούλγαρων
Ήταν τέτοια μάλιστα η αγανάκτηση του τότε πολιτικού κόσμου, ώστε ο Γεώργιος Παπανδρέου, αμέσως μετά την νίκη του Εθνικού Στρατού στον Γράμμο και το Βίτσι και την απώθηση των συμμοριτών πέραν των συνόρων ήταν η εκδήλωση της ευφορίας για την Εθνική Νίκη του συνόλου του πολιτικού κόσμου της χώρας με πρώτους τους φιλελευθέρους πολιτικούς του Κέντρου.

Ο τότε πρωθυπουργός Θεμιστοκλής Σοφούλης δήλωσε:
«Ο Έλλην στρατιώτης υπήρξε εργάτης της νίκης με την θαυμαστή του αντοχή την ορμητική ανδρεία σε αποφασιστικές στιγμές της Μάχης και θα παραμείνει στην Ιστορία ένας από τους ωραιότερους σταθμούς ανατάσεως της Ελληνική Φυλής!».
Ο Γεώργιος Παπανδρέου αμέσως μετά την ήττα των συμμοριτών και επιβουλέων της Μακεδονίας μας και την έκδοση του ανακοινωθέντος του ΓΕΣ δήλωσε ικανοποιημένος:
«Ο συρφετός των προδοτών, ο οποίος είχε συγκεντρωθεί εις τον Γράμμο και το Βίτσι, αριθμείται πλέον εις νεκρούς, εις αιχμαλώτους και εις φυγάδας. Δόξα και Τιμή εις τα ενόπλους δυνάμεις της Χώρας. Από τα βάθη της ψυχής του, το έθνος απευθύνει υπερήφανο και ευγνώμονα χαιρετισμόν προς ταύτας. Διότι με τον ηρωισμό και την αυτοθυσίαν των εξησφάλισαν την ανεξαρτησίαν και την αιωνιότητα της Ελλάδος……».
Επίσης, αποδοκιμάζοντας με έκδηλη δυσφορία και οργή την αντεθνική πολιτική θέση και στάση του Κ.Κ.Ε. προέβη στην πασίγνωστη κρίση του, η οποία διατυπώθηκε, ως κατωτέρω:
«Εις την ανωτέραν σφαίρα διακρίσεως, υπάρχουν Έλληνες και προδόται της Ελλάδος. Και προδότες της Ελλάδος είναι το Κ.Κ.Ε. και οι συνοδοιπόροι του. Αυτοί είναι η πρώτη διάκρισις, εθνικά και μη εθνικά κόμματα. Πέραν όμως της εθνικής διακρίσεως υπάρχει η πολιτική διάκρισης. Εντός της εθνικής παρατάξεως υπάρχει δεξιά, κέντρο και αριστερά. Εκτός της εθνικής παρατάξεως είναι το Κ.Κ.Ε. Και ποιοι άλλοι; Και οι συνοδοιπόροι του. Και ποιοι πρέπει να θεωρηθούν συνοδοιπόροι του; Όσοι αρνούνται ότι το Κ.Κ.Ε. είναι κόμμα εγκλήματος και προδοσίας. »

Ο ρόλος της Βουλγαρίας στους νεότερους χρόνους μέχρι και σήμερα
Είναι γνωστό ότι η Βουλγαρία μετά την νίκη των Ελλήνων στον Μακεδονικό Αγώνα των ετών 1904-1908 και την συντριβή των πρώτων κομιτατζήδων του βουλγαρικού κομιτάτου (VMRO) αποφάσισε να συμμετάσχει στο πλευρό της Γερμανίας προκειμένου να διαμελίσει την Ελλάδα αποσπώντας τις βόρειες επαρχίες της και να εξέλθει στο Αιγαίο το οποίο ήταν ο γεωστρατηγικός της πόθος και στόχος της. Για τον λόγιο αυτό συμμετείχε στο πλευρό των κεντρικών Δυνάμεων κατά τον Α’ Π.Π. 1914-1918 και εκ νέου στο πλευρό της Γερμανίας κατά τα έτη 1941-1944 παρέχοντας και στους δύο πολέμους πολύτιμές εδαφικές διευκολύνσεις στα γερμανικά στρατεύματα, ορμητήρια επιθέσεων, βάσεις ανεφοδιασμού αλλά και τις δικές της πολεμικές εγκαταστάσεις και βεβαίως τα στρατεύματά της.
Κατά την διάρκεια των δύο σύντομων περιόδων βουλγαρικής Κατοχής της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, μίας γεωγραφικής περιοχής που χονδρικά οριοθετείται σε όλη την περιοχή της ελληνικής Μακεδονίας την πέραν του ποταμού Στρυμόνος ευρισκόμενη και μέχρι τον ποταμό Έβρο, οι Βουλγαρικές στρατιωτικές δυνάμεις προέβησαν σε όργιο διώξεων των ελληνικών πληθυσμών που πήρε τις διαστάσεις γενοκτονίας. Ο Βούλγαρος Βασιλιάς Βόρις ο Γ , άπληστος, εκδικητικός και ανυπόμονος, στις 16 Απριλίου του 1941, ζήτησε ακρόαση από τον Φύρερ και στις 19 Απριλίου του 1941 ο Χίτλερ μετά την κοινή τους σύσκεψη, στο κρησφύγετό του στο Μπέργκχοφ, ικανοποίησε το αίτημα της ακροάσεως όπως επίσης και τα υπόλοιπα εδαφικά του αιτήματα. Τότε, στο Αρχηγείο του Φύρερ στην Βαυαρία, αποφάσισαν τον διαμελισμό της Ελλάδος. Το μέλλον, νόμιζαν ότι τους ανήκε. Τώρα, η Καγκελάριος Μέρκελ δέχεται με τιμές ως «Μακεδόνα», προκαλώντας, τον αρχικομιτατζή πρωθυπουργό των Σκοπίων Ζάεφ. Τότε και τώρα. Τι Σύμπτωση.
Την 1η Μαρτίου λοιπόν του 1941 η Βουλγαρία προσχωρεί στο τριμερές Σύμφωνο (Γερμανία-Ιταλία-Ιαπωνία) και καθίσταται πλήρες μέλος του Άξονα, πριν από οποιαδήποτε άλλη χώρα της Ευρώπης. Την επομένη, η Βέρμαχτ διαβαίνει τον Δούναβη και πλημμυρίζει όλη την Βουλγαρία με στρατεύματα κατασκευάζοντας πρόχειρα αεροδρόμια για να κτυπήσει πισώπλατα την Ελλάδα. Η ελληνική άμυνα δέχθηκε ένα ύπουλο κτύπημα από τους γερμανοβούλγαρους – εκ των όπισθεν- την περίοδο που ο Ελληνικός Στρατός πολεμούσε στην Βόρειο Ήπειρο.
Ειδικά στην περίοδο της τελευταίας βουλγαρικής κατοχής της περιόδου 1941- 1944 για την οποία υπάρχουν περισσότερα ιστορικά στοιχεία οι βουλγαρικές στρατιωτικές δυνάμεις συνεπικουρούμενες από άτακτους κομιτατζήδες και την μυστική στρατιωτική αστυνομία, προέβησαν σε εκτοπισμούς και μαζικές δολοφονίες άνευ αιτίας μεγάλου αριθμού Ελλήνων για λόγους εκφοβισμού αλλά και εκτοπίσεις μεγάλων ομάδων ελληνικών πληθυσμών στην Βουλγαρία, με σκοπό την απογύμνωση των περιοχών αυτών από τον ελληνικότατο πληθυσμό τους και την αντικατάστασή τους με βουλγαρικούς πληθυσμούς μετά τον πόλεμο που, όπως υπολόγισαν και τις δύο φορές, θα ήταν για την Βουλγαρία νικηφόρος και θα οδηγούσε στην δημιουργία εκ νέου της Μεγάλης Βουλγαρίας, της Βουλγαρίας εκείνης της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου του 1878.
Μετά τον πόλεμο, η Βουλγαρία ηττημένη πλέον αναπροσάρμοσε την στρατηγική της.
Αντιλαμβανόμενη η Βουλγαρία, την προσπάθεια του Τίτο και των Γιουγκοσλάβων κομμουνιστών όχι απλά να αυτονομηθούν από τον Στάλιν αλλά και την εκκίνηση μίας μακρόχρονης προσπάθειας οικειοποίησης πλέον του «μακεδονισμού» με την ίδρυση της ψευδεπίγραφης «Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας» από τον δήθεν μακεδονικό λαό και την δήθεν ομιλούμενη μακεδονική γλώσσα και διαβλέποντας ότι οι στρατηγικές βλέψεις του Τίτο και των διαδόχων του, ήταν η αναθεώρηση των διεθνών συνθηκών και των βαλκανικών συνόρων και η δημιουργία της Μακεδονίας του Αιγαίου με την απόσπαση της ελληνικής Μακεδονίας αλλά και ορισμένων συνοριακών Βουλγαρικών εδαφών.
Για τον λόγο αυτόν, σύσσωμη η βουλγαρική ηγεσία, τόσο η κομμουνιστική όσο και η μετακομμουνιστική έλαβε δύο αποφάσεις στρατηγικού χαρακτήρα. Κατ’ αρχήν αρνήθηκε και για λόγους ιστορικής αλήθειας αλλά και για λόγους του βουλγαρικού πολιτικού συμφέροντος την ύπαρξη μακεδονικού λαού και ομιλούντος την μακεδονική γλώσσα στην ομόσπονδη δημοκρατία των Σκοπίων, την πρώην σερβική επαρχία του Βαρδάρη. Ήδη από την δεκαετία του 1960 η κομμουνιστική ηγεσία του Κ.Κ. Βουλγαρίας, είχε λάβει τις αποφάσεις της. Στα πρακτικά της ολομέλειας της Κεντρικής Επιτροπής του Κ.Κ. Βουλγαρίας στις 11 και 12 Μαρτίου 1963, ο Πρόεδρος της Βουλγαρίας και επικεφαλής του Κ.Κ. Βουλγαρίας, Τοντόρ Ζίβκοφ ξεκάθαρα, επεσήμανε:
«Δεν υπάρχει Μακεδονική Εθνότητα, ούτε μακεδονικό Έθνος. Στα όρια του Κράτους του Σαμουήλ, ζούσαν Σέρβοι, Έλληνες και Αλβανοί. Πουθενά δεν υπήρξαν στην Ιστορία Μακεδόνες! Επομένως και κατά τον Μεσαίωνα αλλά και κατά την νεότερη και σύγχρονη Ιστορία η «Μακεδονία» υπήρχε μόνο με την εδαφική της έννοια και όχι με την εθνική ως ξεχωριστή εθνότητα ή έθνος Η μακεδονική γλώσσα δεν είναι γλώσσα. Είναι ένα μίγμα βουλγαρικής και σερβικής και ολίγον ελληνικής γλώσσας! Η γλώσσα ή το ιδίωμα δεν προσδιορίζει την εθνικότητα!».
Πέραν αυτού όμως, η Σόφια διατήρησε την πολιτική οντότητα του αρχικού Βουλγαρικού Κομιτάτου του VMRO, το οποίο φρόντισε να το μετεγκαταστήσει από το βουλγαρικό έδαφος, στην πρωτεύουσα των Σκοπίων, τα Σκόπια και παράλληλα αποφάσισε την χορήγηση σε πολύ μεγάλους αριθμούς βουλγαρικών διαβατηρίων παρεχόντων την βουλγαρική υπηκοότητα στην σλαβική πλειοψηφία του πληθυσμού ακριβώς για να καταστήσει σαφές ότι αρνείται την ύπαρξη αυτόνομου Μακεδονικού λαού και εθνότητας και συνακόλουθα τον λόγο ύπαρξης αυτής της αδικαιολόγητης εθνολογικά και γεωστρατηγικά κρατικής οντότητας. Την στάση αυτή τήρησαν μέχρι σήμερα και οι μετακομμουνιστικές κυβερνήσεις και αποτελούν χρήσιμο οδηγό εξαγωγής συμπερασμάτων, για τις ελληνικές κυβερνήσεις για το πως προωθούνται τα στρατηγικά συμφέροντα μίας χώρας διπλανής μας και ασφαλώς όχι υπερδυνάμεως.

Η τότε στάση της Υπεραντλαντικής Υπερδύναμης απέναντι στα γεγονότα
Στις 26-12-1944 αμέσως μετά την επινόηση και την επίσημη ίδρυση του Μακεδονικού Έθνους και του Μακεδονικού Κράτους, η τότε Αμερικανική κυβέρνηση εξέδωσε δια του Στέιτ Ντηπάρτμεντ εγκύκλιο την οποία υπέγραφε ο τότε υπουργός των Η.Π.Α. Στετίνιους (Stetinius) και στην οποία τονίζονταν ότι:
«Η Κυβέρνησή μας θεωρεί οποιαδήποτε συζήτηση περί μακεδονικού έθνους, μακεδονικής πατρίδας ή μακεδονικής εθνότητας και μακεδονικής συνείδησης ως αβάσιμη δημαγωγία, η οποία δεν ανταποκρίνεται σε καμία εθνική ή πολιτική πραγματικότητα και βλέπει στην σημερινή αναβίωσή της ένα πιθανό κάλυμμα των επεκτατικών διαθέσεων εναντίον της Ελλάδος .».
Η τότε αμερικανική κυβέρνηση δεν περιορίστηκε στην ανωτέρω δήλωση αλλά με υπεύθυνη δήλωση το Στέιτ Ντηπάρτμεντ είχε αποστείλει σε όλους τους διπλωματικούς του υπαλλήλους και σχετική νότα η οποία ανέφερε τα εξής:
«Το Υπουργείο των Εξωτερικών έχει αντιληφθεί με μεγάλη ανησυχία τις αυξανόμενες προπαγανδιστικές φήμες και ημιεπίσημες δηλώσεις προς όφελος μίας αυτόνομης Μακεδονίας προερχόμενες από την Βουλγαρία αλλά και από γιουγκοσλαβικές και άλλες πηγές με την ένδειξη ότι ελληνικές περιοχές θα συμπεριλαμβάνονται στο προβλεπόμενο κράτος. Αυτή η αμερικανική κυβέρνηση θεωρεί ότι αναφορές του τύπου «Μακεδονικό έθνος», «μακεδονική μητέρα πατρίδα», «μακεδονική εθνική συνείδηση», αποτελούν αδικαιολόγητη δημαγωγία που δεν αντικατοπτρίζει καμία εθνική ή πολιτική πραγματικότητα και βλέπει σε αυτές την αναγέννηση ενός μανδύα που θα υποκρύπτει επιθετικές βλέψεις κατά της Ελλάδος. Η εγκεκριμένη πολιτική της κυβερνήσεως αυτής είναι να αντιταχθεί σε κάθε αντίπαλο του μακεδονικού ζητήματος που σχετίζεται με την Ελλάδα. Η ελληνική Μακεδονία κατοικείται από Έλληνες και ο ελληνικός Λαός αντιτίθεται σχεδόν ομοφώνως στην δημιουργία ενός «μακεδονικού κράτους».
Η κυβέρνηση μας θα θεωρήσει υπεύθυνη όποια κυβέρνηση ή ομάδα κυβερνήσεων θα ανεχόταν ή θα ενεθάρρυνε πράξεις «Μακεδονικών» δυνάμεων κατά της Ελλάδος.».
(Εφ. Εστία 29-1-2018)
Η επιστολή – αναφορά του Υπουργού Εξωτερικών του Αμερικανού Προέδρου Ρούσβελτ, Έντουαρντ Στετίνιου, ο οποίος αντέδρασε ορθότατα με την επιστολή αυτή στην μετονομασία της επαρχίας του Βαρδάρη σε Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας από τους Τίτο – Τέμπο. Αυτές υπήρξαν οι θέσεις της υπερατλαντικής υπερδύναμης πλήρως στοιχειοθετημένες. Αναμένουμε λοιπόν την τήρηση των συμμαχικών δεσμεύσεων. Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο.

Η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και οι τρεις γραμμές άμυνας τις οποίες επέτυχε η Ελλάδα
Στις 16 Δεκεμβρίου του 1991 διαλύεται επίσημα η Γιουγκοσλαβία και η Σύνοδος των Υπουργών Εξωτερικών επικυρώνει την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, με μία σημαντική επιτυχία από τον τότε Υπουργό Εξωτερικών. Ο τότε υπουργός των Εξωτερικών Αντώνης Σαμαράς καταφέρνει να αποσπάσει τρεις όρους, όρους απαραίτητους για την αναγνώριση–μελλοντικά- της οποιασδήποτε Γιουγκοσλαβικής οντότητας.
α) εγγυήσεις για την εξασφάλιση περί μη ύπαρξης εδαφικών διεκδικήσεων
β) Παύση κάθε εχθρικής προπαγάνδας και
γ) Ονομασίας.
Εν συνεχεία, στις 27 Φεβρουαρίου 1992 λαμβάνει χώρα στην Λισσαβόνα το Συμβούλιο Υπουργών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εδώ διαμορφώθηκε το περίφημο πακέτο Πινέιρο από τον Πορτογάλο Υπουργό Εξωτερικών Πινέιρο, το οποίο προέβλεπε,
α) αλλαγή των επίμαχων άρθρων στο Σύνταγμα των Σκοπίων (περί επεκτατισμού και αλυτρωτισμού).
β) Παύση της εχθρικής προπαγάνδας και την παραποίησης της ιστορίας και
γ) Ονομασία, όπου όμως σε συνδυασμό με το Συμβούλιο Κορυφής των υπουργών Εξωτερικών και Πρωθυπουργών της Ε.Ε. της Λισσαβόνας της 27ης Ιουνίου 1992 ρητά προβλέφθηκε «ότι η αναγνώριση των Σκοπίων και η οποιαδήποτε ονομασία της συνδέεται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι το όνομα του κρατιδίου δεν θα περιέχει το όνομα Μακεδονία.».
Τα χρόνια εκείνα σύσσωμη η Ελληνοαμερικανική Ομογένεια πάλεψε για να σταματήσει την οποιαδήποτε χρήση του όρου «Μακεδονία» και της οποιασδήποτε αναβάθμισης των διπλωματικών σχέσεων των Σκοπίων, με τις Η.Π.Α. κατόρθωσε τα μέγιστα. Αναφέρουμε στους αναγνώστες μας, ότι ο εκλεγείς τότε Πρόεδρος Κλίντον δήλωσε τα εξής:
«Στηρίζω την πρόσφατη απόφαση της Ε.Ε. σύμφωνα με την οποία η νοτιότερη πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία αναγνωρίζεται ως ανεξάρτητο κράτος υπό τον όρο να μην περιλαμβάνεται στην ονομασία της η λέξη Μακεδονία. Πολλοί Αμερικανοί δυσκολεύονται να κατανοήσουν το πρόβλημα που προκύπτει από την χρήση του ονόματος Μακεδονία. Στα τέλη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η χρήση αυτού του ονόματος για το νότιο τμήμα της Γιουγκοσλαβίας χαρακτηρίσθηκε από τον τότε Υπουργό Εξωτερικών μας ως προκάλυμμα για επιθετικές ενέργειες σε βάρος της Ελλάδας, ενώ θα μπορούσε να αποτελέσει και πάλι πηγή αποσταθεροποίησης και διαμάχης. Εάν το νέο κράτος επιθυμεί την αναγνώριση της Αμερικής, θα πρέπει να ικανοποιήσει τις γειτονικές χώρες. Η Κυβέρνηση Κλίντον θα υπερασπισθεί αυτές τις αρχές και θα διασφαλίσει την ικανοποίηση των νόμιμων συμφερόντων τη Ελλάδας.»
Το 1995 και μετά την υπογραφή της Ενδιάμεσης Συμφωνίας με τα Σκόπια, η οποία αποτελούσε και την ύστατη – εκ των τριών διπλωματικών γραμμών άμυνας- της χώρας, το κρατίδιο μπόρεσε να συνεχίσει την οικονομική και διπλωματική του δράση, διότι ήραμε το οικονομικό embargo σε βάρος τους απεμπολώντας το ουσιωδέστερο πολιτικό και οικονομικό μέσο πίεσης που διαθέταμε.
Ακόμη και πρόσφατα λίγο πριν από την Σύνοδο του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι ο τότε Γάλλος Πρόεδρος Νικολά Σαρκοζί είχε ξεκάθαρα λάβει θέση «Είμαστε αλληλέγγυοι με τους Έλληνες. Πιστεύουμε ότι πρέπει να βρεθεί λύση. Όταν επιθυμεί κανείς ένταξη στο ΝΑΤΟ, πρέπει να είναι έτοιμος για υποχωρήσεις. Η ελληνική θέση νομιμοποιείται απόλυτα». Ταυτόσημη θέση με την Γαλλία στις κρίσιμες διαβουλεύσεις είχε λάβει και η Ισπανία χάρη και στην προσωπική παρέμβαση του τ. Β. Κωνσταντίνου. Σχετικές δηλώσεις παραμονές της κρίσιμης μάχης, υπέρ των ελληνικών θέσεων έκανε και ο τότε Βασιλέας Χουάν Κάρλος των Βουρβώνων. Παραθέτουμε τις δηλώσεις αυτές για να αντιληφθούν οι αναγνώστες μας ότι η Πατρίδα δεν είναι απομονωμένη στο διεθνές στερέωμα και δεν στερείται διεθνών ερεισμάτων. Όταν θέλει, μπορεί. Και τώρα την κρίσιμη ώρα και θέλει και μπορεί.
Όλες οι ανωτέρω Γραμμές Άμυνας, κυρίως μετά τον θάνατο του Ανδρέα Παπανδρέου, εγκαταλείφθηκαν και καμία πρωτοβουλία δεν λήφθηκε ώστε τα Σκόπια να συμμορφωθούν με την πραγματικότητα. Με την αμέριστη δική μας οικονομική συνδρομή κατόρθωσε να δυναμώσει οικονομικά, να χρηματοδοτηθεί και από την Ελλάδα και από την Ευρωπαϊκή Ένωση – αφειδώς – και το χειρότερο όλων, μπόρεσε κρυφίως και αποτελεσματικά να ενδυναμωθεί και διπλωματικά, αξιοποιώντας την δήθεν «πρόχειρη» και «ανεπίσημη» ονομασία του, της FYROM (πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας), ώστε να επιτύχει την αναγνώριση από δεκάδες κράτη μέλη του Ο.Η.Ε., ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας».

Οι διαπιστώσεις των Υπεύθυνων Πολιτικών Ηγετών, οι οποίες ΔΕΝ ξεχάστηκαν
Στην πρώτη εμφάνιση του Σκοπιανού ζητήματος, μετά την λήξη του Ψυχρού πολέμου, πρώτος από όλους ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής ξεκάθαρα, ορθά και κοφτά τόνισε:
«Το επιχείρημα ότι ενδεχομένως η Ελλάς υπερβάλλει κ.λ.π., διότι τα μικρά Σκόπια δεν αποτελούν κίνδυνο για την Ελλάδα είναι αντιφατικό και επικίνδυνο για να μην πούμε παράλογο. Στην ουσία το επιχείρημα αυτό λέει ότι, η Διεθνής Κοινότης αναγνωρίζει μεν τις κακές προθέσεις των Σκοπιανών αλλά δεν τις καταδικάζει, διότι τα Σκόπια δεν έχουν αυτή την στιγμή την δυνατότητα να τις πραγματοποιήσουν. Με άλλα λόγια, εις μεν τα Σκόπια λέγεται ότι μπορούν να διατηρήσουν την απειλή εναντίον της Ελλάδας, εις δε την Ελλάδα λέγεται ότι δεν πρέπει να κάνει χρήση της ισχύος της εναντίον τους για να ματαιώσει την απειλή αυτή. Είναι προφανές ότι η θεωρία αυτή είναι όχι μόνο αντιφατική αλλά και επικίνδυνη. Διότι αντί να ενθαρρύνει τα δύο γειτονικά κράτη να βαδίσουν στον δρόμο της φιλίας, της οικονομικής συνεργασίας, τα εξωθεί στον δρόμο της αντιπαράθεσης, της εχθρότητος και της αποσταθεροποίησης στην περιοχή.»
«Τέλος, αν τα Σκόπια δεν αποτελούν απειλή αυτήν την στιγμή, κανείς δεν μπορεί να προβλέψει και να εγγυηθεί ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες ρευστότητας και αστάθειας ποιοι συνδυασμοί δυνάμεων θα προκύψουν στο εγγύς ή στο απώτερο μέλλον στα Βαλκάνια και στην ευρύτερη περιοχή. Αν όμως οι μεγάλες δυνάμεις θελήσουν να χρησιμοποιήσουν και πάλι το Μακεδονικό, όπως το έκαναν στο παρελθόν, γιατί η Διεθνής Κοινότητα θα πρέπει να τους έχει δώσει εκ των προτέρων ένα τίτλο νομιμότητας για να το πράξουν »;
Αυτές ήταν ορισμένες από τις κρίσεις και τις δημόσιες δηλώσεις της τότε πολιτικής ηγεσία κατά την δεκαετία του 90 διαπραγματεύτηκαν με συνέπεια και εθνικό φρόνημα τον αγώνα υπεράσπισης της Μακεδονίας

πηγή: elkosmos.gr

Διαβάστε περισσότερα
Αφήστε το σχόλιο σας:
Viralman.gr